διαμυθολογηθέντα

  • 1 διαμυθολογηθέντα — διαμυθολογέω communicate by word of mouth aor part pass neut nom/voc/acc pl διαμυθολογέω communicate by word of mouth aor part pass masc acc sg διαμῡθολογηθέντα , διαμυθολογέω communicate by word of mouth aor part pass neut nom/voc/acc pl… …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)