διαμειρακιευόμενος

  • 1 διαμειρακιευόμενος — διαμειρακιεύομαι strive hotly with pres part mp masc nom sg διαμειρακιεύομαι strive hotly with pres part mp masc nom sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)